Η New Star παρουσιάζει την πρώτη ταινία της επικής τριλογίας του Gigori Kozintsev (Άμλετ, Βασιλιάς Ληρ)
Το κλασικό αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας του ΜΙΓΚΕΛ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ σε μια εκπληκτική κινηματογραφική μεταφορά.
Η πορεία του Δον Κιχώτη είναι η πορεία του ανθρώπου για την ανάκτηση της Ψυχής του. Ο κοζιντσεφικός Δον Κιχώτης είναι μια τέλεια μεταφορά του πνεύματος του μεγάλου Θερβάντες. Ο Κόζιντσεφ ζωντανεύει έναν «ιδαλγό του μεγάλου ονείρου», σοβαρό και θλιμμένο σαν φιγούρα του Βελάσκεθ και αστεία μεγαλόπρεπο σαν παλατιανό του Γκόγια.
Βασίλης Ραφαηλίδης
Παίρνει την απόφαση. Έχει διαλέξει το δρόμο. Θυσιάζει το υλικό και πρόσκαιρο για κάτι το πνευματικό και αιώνιο. Ξεφεύγει από τη μάζα, δεν αποδέχεται το ρόλο του σαν χειραγωγούμενου άβουλου όντος.
Μαζί με τον «ΑΜΛΕΤ» και το «ΒΑΣΙΛΙΑ ΛΗΡ» αποτελούν την τελευταία τριλογία του Kozintsev που διακρίνονται για τη βαθιά τους πίστη στις αρχές του ουμανισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και τον ασυμβίβαστο αγώνα τους ενάντια σε κάθε μορφή μισανθρωπισμού.
«H ελευθερία, Σάντσο, είναι ένα από τα πιο πολύτιμα αγαθά που χάρισαν οι αιώνες στον άνθρωπο. Καλότυχος σ΄ όποιον ο Θεός έδωσε ένα κομμάτι ψωμί, δίχως να έχει να το χρωστάει σε κανέναν παρά στον ουρανό.» (Απόσπασμα)
Από 28/02 έως 06/03 η ταινία προβάλλεται:
Καθημερινά στις 18.00, 20.00 και 22.00 στον κινηματογράφο Capitol Ζέφυρος (Ιουλιανού & 3ης Σεπτεμβρίου, Αθήνα τηλ. 210-3462677, πολυχώρος Athenian Capitol - Μουσείο αυτοκινήτου, 3oς όροφος σταθμός Βικτώρια).
Καθημερινά στις 17.00 και 19.00 στον κινηματογράφο Titania Cinemax (Πανεπιστημίου & Θεμιστοκλέους, τηλ.: 210-3811147, 210-7511868).
Καθημερινά στις 20.30 στον κινηματογράφο Παλάς (Υμηττού 109, Παγκράτι, τηλ.: 210-7511868).
«ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ»
ΣΥΝΟΨΗ
Ο Δον Κιχώτης έχει αναστατώσει με την συμπεριφορά του όλο το χωριό. Οι ήρωες ιπποτικών βιβλίων τον έχουν αναστατώσει και ονειρεύεται να ζήσει κι αυτός μάχες και περιπέτειες όμοιες με τις δικές τους. Φορώντας, λοιπόν, μια πανοπλία και παίρνοντας για άλογο τη σκούπα της Ροζαλίας, ξεκινά το ταξίδι του για την υπεράσπιση των αδυνάτων και τη διαφύλαξη της τιμής της αγαπημένης του «Δουλτσινέας». Συγχέει την φαντασία του με την πραγματικότητα, τρώει συνεχώς τα μούτρα του αλλά ποτέ δεν το βάζει κάτω. Στο δρόμο του συναντά τον Σάντσο, έναν φτωχό και αφελή γείτονα του, και τον πείθει να αφήσει την οικογένειά του τάζοντάς του πως θα γίνει «άρχοντας» σε ένα φανταστικό νησί. Μαζί θα ζήσουν ένα σωρό «ηρωικά κατορθώματα» αντιμετωπίζοντας «γίγαντες φοβερούς, ληστές και ιππότες» οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά γέννημα της φαντασίας του Δον Κιχώτη…
Η πιο πετυχημένη διασκευή και πιο πιστή στο βιβλίο του Θερβάντες είναι ο ρωσικός «Δον Κιχώτης» του Γκριγκόρι Κοζίντσεφ. Γυρισμένη στην Κριμέα, κατάφερε να αναπλάσει την ατμόσφαιρα του βιβλίου και τις απέραντες πεδιάδες της Ισπανίας με χρώματα ξεθωριασμένα που φέρνουν στο νου πίνακες της Αναγέννησης, ενώ ο πρωταγωνιστής του Νικολάι Τσερκάσοφ (ο Ιβάν στη ταινία «Ιβάν ο τρομερός» του Αϊζενστάιν) έδωσε με τον καλύτερο τρόπο τον ιππότη ήρωα… Κλασικό, λυρικό, φιλοσοφικό…
Δον Κιχώτης - Η ιστορία του ιππότη από τη Μάντσα
Απ' όλα τα πράγματα στη ζωή του ο Δον Κιχώτης πιο πολύ αγαπούσε τα βιβλία. Τ' άνοιγε και διάβαζε για ιππότες γενναίους, για δράκους και για γίγαντες, για νάνους μοχθηρούς, για πρίγκιπες λεοντόκαρδους, για κυράδες όμορφες σαν τα κρύα τα νερά, για μάγισσες και για πύργους. Όλες οι περιπέτειες του κόσμου ήταν γραμμένες μέσα στα βιβλία του... Όλες! Μα στην ήσυχη αυλίτσα του σπιτιού του περιπέτεια δε χώραγε καμιά. Κι έτσι, το αποφάσισε ο Δον Κιχώτης: βρήκε μια σκουριασμένη περικεφαλαία, καβάλησε το δύστυχο Ροσινάντε του, πήρε μαζί του τον πιστό Σάντσο Πάντσα και ξεκίνησε να διαφεντέψει τη γη και τη θάλασσα και τις καρδιές μικρών και μεγάλων...
Ο Δον Κιχώτης είναι μια μυθιστορία που έχει υποστεί κάθε είδους διασκευή μέσα στους αιώνες. Έχει παιχτεί στον κινηματογράφο και το θέατρο, έγινε όπερα ή χορευτική παράσταση, εκδόθηκε αμέτρητες φορές σαν λογοτεχνικό έργο για ενήλικες ή παιδιά κι άλλες τόσες εικονογραφήθηκε από διαφορετικούς καλλιτέχνες. Αρκετά συχνά ενέπνευσε ζωγράφους και μουσικούς, ενώ, κυκλοφόρησε ακόμα και σε μορφή κόμικς. Η ψιλόλιγνη φιγούρα του Δον Κιχώτη ντε λα Μάντσα δεν σταματά να γοητεύει, τετρακόσια και πλέον χρόνια, μικρούς και μεγάλους και να τους παρασέρνει στον κόσμο του.
Ο Δον Κιχώτης, ένα έργο κλασσικό, άρχισε να γράφεται μέσα στην φυλακή από ένα ήρωα του πολέμου, τον Μ. Θερβάντες, στα τέλη του 16ου αιώνα. Εκείνη την εποχή που οι αξίες ήταν κρυμμένες από το πρόσωπο της Ευρώπης, γράφτηκε αυτό το έργο-μνημείο. Ένα μνημείο αθάνατο, ιστορικό ντοκουμέντο για τον ιπποτισμό της εποχής του.
Ποιος κρύβεται πίσω από την τραγελαφική φυσιογνωμία του Δον Κιχώτη; Πίσω από τις μάσκες των αλληγοριών; Ο ήρωας μας είναι ένας ονειροπόλος μεσήλικας ευγενής ενός χωριού της Μάντσας, στην Ισπανία. Παρασυρμένος από τις ιδέες που πρεσβεύουν τα ιπποτικά διηγήματα που διαβάζει και δίνει την περιουσία του για να τ΄ αποκτήσει, παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει την ανιαρή ζωή του και να γίνει ένας περιπλανώμενος ιππότης. Όπως και τα πρότυπα του, οι ιππότες των περασμένων γενεών. Όπως οι ηλιακοί ήρωες των παγκόσμιων μύθων. Αποφασίζει να μπει στην υπηρεσία της ανθρωπότητας για την υπεράσπιση των αδυνάτων.
Ο Δον Κιχώτης, όπως κάθε ήρωας, ακούει το κάλεσμα και αναλαμβάνει το καθήκον προς τους συνανθρώπους του που είναι βυθισμένοι στα δίχτυα της ύλης. Τον καλεί ο Εσωτερικός του εαυτός. Το αθάνατο στοιχείο μέσα του. Ο δρόμος εμφανίζεται μπροστά του. Κακοτράχαλος ανήφορος. Με συναίσθηση του χρέους του, αψηφά το νου. Είναι έτοιμος να ριχτεί στο αόρατο, το Μυστήριο.
Ξεθάβει τη στολή κάποιου προπάππου του από μια γωνιά της αποθήκης που ήταν πεταμένη. Τη γυαλίζει και την επισκευάζει. Παίρνει ασπίδα, για δόρυ ένα στύλο από το κοτέτσι και σπαθί. Μαζεύει το άλογό του από τους αγρούς, κοκαλιάρικο και τεμπέλικο. Του δίνει όνομα μεγαλοπρεπές, αλλάζει και το δικό του. Αυτός θα γίνει ένας ιδανικός ιππότης. Ο πιο ένδοξος και φημισμένος που υπήρξε ποτέ.
Παίρνει την απόφαση. Έχει διαλέξει το δρόμο. Θυσιάζει το υλικό και πρόσκαιρο για κάτι το πνευματικό και αιώνιο. Ξεφεύγει από τη μάζα, δεν αποδέχεται το ρόλο του σαν χειραγωγούμενου άβουλου όντος και μετατρέπεται σε ηθοποιό (ο ποιών τα ήθη), σε ιππότη για αποστολές και έργα θεμελιωδώς ηθικά, μεγάλα και ευγενή. Φέρνει στο φως τις δυσκολίες και τα προβλήματα, αναζητώντας την περιπέτεια, ώστε αφού τα λύσει να απελευθερώσει την ενέργεια της γνώσης που κρύβουν μέσα τους. Τα όπλα του πολεμιστή είναι οι αρετές, ξεχασμένες και παραγκωνισμένες από την μικροαστική ζωή. Το άλογο συμβολίζει την προσωπικότητα, αφημένη και μαλθακή. Η ανάγκη του πολέμου κάνει την μορφή να αλλάξει για να δεχτεί το αθάνατο πνεύμα.
Το μόνο που έμενε για να ξεκινήσει ήταν να βρει μια αγαπημένη για να της αφιερώνει τις νίκες του. Και αυτή δεν είναι άλλη από την Δουλτσινέα, μια άσχημη χωριατοπούλα, που στα μάτια της καρδιάς του ήταν η βασίλισσα του. Η ομορφιά της προξενεί τον μεγάλο του έρωτα. Σε αυτήν θα αφιερώνει τις νίκες του, σε αυτήν θα στείλει όλους τους ιππότες που θα νικήσει για να την προσκυνήσουν. Η Ντάμα είναι το σύμβολο της αθάνατης Ψυχής του Ιππότη. Ποτέ δεν ξεχνά το χρέος του απέναντι της. Σε εκείνη απευθύνεται πριν τη μάχη για να πάρει δυνάμεις. Η δόξα του είναι δική της.
Δεν έβλεπε τη στιγμή που θα χριζόταν ιππότης. Και στο πρώτο χάνι που βρίσκει στο δρόμο του, κάστρο στα δικά του μάτια, καλεί τον χανιάτορα, βασιλιά, να του δώσει επίσημα το χρίσμα. Βιαζόταν πολύ να το κάνει, γιατί ο κόσμος ζημιωνόταν από την άργητά του.
Η πορεία του Δον Κιχώτη είναι η πορεία του ανθρώπου για την ανάκτηση της Ψυχής του. Ο δρόμος, όπως στον μύθο, είναι γεμάτος γίγαντες, δαίμονες, δράκους και πονηρούς ανθρώπους που λεηλατούν τη χώρα. Στα μάτια του ήρωά μας είναι έτσι. Στα μάτια των πολλών που ακολουθούν την εύκολη οδό, ο Κιχώτης είναι ένας αλλοπαρμένος και ονειροβάτης.
Ο δρόμος του Ιππότη είναι ένας δρόμος βούλησης και αποφασιστικότητας. Η σκέψη μπαίνει στην άκρη και αντικαθίσταται με την φρόνηση. Χρειάζεται τόλμη, αντοχή στις κακουχίες και τους χλευασμούς, σκληρότητα, σταθερότητα αλλά και ετοιμότητα και ευελιξία.
Αλλά και ο ασπιδοφόρος αναπτύσσει θετικά χαρακτηριστικά μέσα από την υπηρεσία του στον Ιππότη. Αυτά είναι η φιλία, η συντροφικότητα, η αυτοθυσία, η αγάπη.
Η πορεία συνεχίζεται, ο κύκλος καμπυλώνει. Νέες δοκιμασίες βρίσκονται στον δρόμο των φίλων μας. Το σπαθί βγαίνει από τη θήκη. Το ακόντιο εκτοξεύεται. Η ασπίδα προστατεύει. Η βούληση ατσαλώνει κι΄ άλλο.
Όσο και να προσπαθούν να το κάνει να αλλάξει μυαλά οι ΄΄καθώς πρέπει΄΄ άνθρωποι του χωριού τόσο αυτός εφευρίσκει ιδέες να τους ξεφεύγει και να επιτελεί το καθήκον του. Αγέρωχος, ονειροπόλος, επιβεβαιωμένος μπροστά στα πειράγματα των αδαών και των χυδαίων. Βαδίζει το δρόμο προς τα αστέρια, λαμπρό παράδειγμα Βούλησης για την ανθρωπότητα.
Ο ήρωας είναι εκείνος που δίνοντας την μάχη με το σκότος βγαίνει πάντα ο τελικός νικητής, προάγγελος μιας νέας τάξης πραγμάτων που ακολουθεί κάθε Μεσαίωνα. Νικά τις δυνάμεις του χάους που τον δοκίμασαν και καταλύει το υπάρχον φθαρμένο και παρεικμασμένο σύστημα. Οργανώνει το χάος, κοσμοποιεί και θεσμοποιεί το νέο Νόμο και τη νέα τάξη πραγμάτων.
Η αγάπη του Δον Κιχώτη για την Ντάμα του και η αποφασιστικότητα του στον πόλεμο της ύλης με το πνεύμα, ας δώσει το στίγμα στον σύγχρονο τεχνοκράτη άνθρωπο, για τον δρόμο που έχει να βαδίσει στη σκάλα της εξέλιξης.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ:
Ένας λαϊκός ήρωας βγαλμένος κατ’ ευθείαν από τη δημοτική παράδοση και το κωμικό έπος
Παρά τις μύριες επιφυλάξεις των καρτεσιανών κεντροευρωπαίων, εμείς πιστεύουμε ότι ο κοζιντσεφικός Δον Κιχώτης είναι μια τέλεια μεταφορά του πνεύματος (και όχι του γράμματος) του μεγάλου Θερβάντες. Αντί κριτικής, θα αντιγράψουμε ένα απόσπασμα από συνέντευξη του Κόζιντσεφ, όπου εκθέτει τις προθέσεις του. Κατά την άποψή μας, αυτές οι προθέσεις βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία με το αποτέλεσμα:
«Δεν ήταν στις προθέσεις μας να φτιάξουμε έναν Δον Κιχώτη που βρίσκεται σε αντίθεση με τον γύρω του κόσμο. Διαφωνώ με τις ερμηνείες που αντιμετωπίζουν τον Σάντσο Πάντσα σαν το αντίθετο του Δον Κιχώτη, που αντιμετωπίζουν, δηλαδή, τον Δον σαν ονειροπαρμένο και τον Σάντσο σαν χωριάτη κοιλαρά. Το μυθιστόρημα του Θερβάντες έχει έναν μόνο ήρωα που εμφανίζεται κάτω από τρεις μορφές: ο Δον, ο Σάντσο και η Δουλτσινέα δεν είναι παρά οι τρεις πλευρές του ισπανικού χαρακτήρα: ονειροπόλος-πρακτικός-εξημμένος. Ήθελα να γυρίσω ένα κωμικό λαϊκό έπος για έναν άνθρωπο γεμάτο οράματα που ωστόσο δεν πετυχαίνει τίποτα με όπλο μια σπασμένη λόγχη κι ένα κοκαλιάρικο άλογο. Ο θεατής τον συμπαθεί γιατί είναι καλός, αλλά γελάει κιόλας διότι προσπαθεί να επιβάλει την κοινωνική δικαιοσύνη μ’ αυτά τα αστεία μέσα που διάλεξε. Ο Δον είναι ένας λαϊκός ήρωας βγαλμένος κατ’ ευθείαν από τη δημοτική παράδοση και το κωμικό έπος. Γι’ αυτό ακριβώς θελήσαμε να φτιάξουμε μια κωμωδία άλλοτε χαρούμενη κι άλλοτε λυπητερή, για έναν καλό άνθρωπο που προσπάθησε να φέρει στη γη την κοινωνική δικαιοσύνη, και μάλιστα σε μια εποχή κατά την οποία η δικαιοσύνη μόνο αντικείμενο χλευασμού θα μπορούσε να είναι».
Με μια καίρια επιλογή μερικών μόνο απ’ την πληθώρα των επεισοδίων του βιβλίου (είναι κι αυτό ένα είδος μοντάζ), με τη βοήθεια ενός μεγάλου φωτογράφου, του Αντρέ Μοσκβίν (είναι ο φωτογράφος του Ιβάν ο Τρομερός) και κυρίως με την αξεπέραστη τέχνη ενός απ’ τους μεγαλύτερους ηθοποιούς στην ιστορία του κινηματογράφου, του αγαπημένου του Αϊζενστάιν, Νικολάι Τσερκάσοφ, ο Κόζιντσεφ ζωντανεύει έναν «ιδαλγό του μεγάλου ονείρου», σοβαρό και θλιμμένο σαν φιγούρα του Βελάσκεθ και αστεία μεγαλόπρεπο σαν παλατιανό του Γκόγια.
«Το βήμα», 2-12-1975
Βασίλης Ραφαηλίδης
Tόσο έξυπνο και όμορφο οπτικά
Η πρώτη έγχρωμη για τη μεγάλη οθόνη προσαρμογή του διαχρονικού έργου του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, παραμένει ένα από τα καλύτερα: σε αντίθεση με τον Orson Welles και τον Terry Gilliam, ο Ρώσος σκηνοθέτης Grigori Kozintsev ολοκλήρωσε τη δική του εκδοχή, και είναι τόσο έξυπνο και όμορφο οπτικά, όπως θα περίμενε κανείς από το μελλοντικό δημιουργό του Άμλετ (1964) και του βασιλιά Ληρ (1971).
Michael Brook: H κατ 'εξοχήν κινηματογραφική εκδοχή του κλασικού λογοτεχνικού έργου. Η απεικόνιση του Kozintsev των επιφανών περιπετειών μιας από τις πιο αγαπημένες λογοτεχνικές μορφές, παραμένει ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα των μνημειωδών επιτευγμάτων του αναστήματος του σοβιετικού κινηματογράφου.
Patrick Gamble: Ο Grigori Kozintsev δημιουργεί το τέλειο σκηνικό
Ο σκηνοθέτης Grigori Kozintsev δημιουργεί το τέλειο σκηνικό για να επηρεάσει τον τόνο της κάθε σκηνής και δημιουργεί έναν παραμυθένιο κόσμο στον οποίο ευδοκιμεί η ιστορία.
Μια μεταφορική ματιά στην ελευθερία που ζωή μπορεί να προσφέρει.
Paul Metcalf: Η πιο πετυχημένη διασκευή είναι ο ρωσικός «Δον Κιχώτης»
Η πιο πετυχημένη όμως διασκευή, και πιο πιστή στο βιβλίο του Θερβάντες είναι ο ρωσικός «Δον Κιχώτης» (1957) του Γκριγκόρι Κοζίντσεφ. Γυρισμένη στην Κριμέα, κατάφερε να αναπλάσει την ατμόσφαιρα του βιβλίου και τις απέραντες πεδιάδες της Ισπανίας με χρώματα ξεθωριασμένα που φέρνουν στο νου πίνακες της Αναγέννησης, ενώ ο πρωταγωνιστής του Νικολάι Τσερκάσοφ (ο Ιβάν στη ταινία «Ιβάν ο τρομερός» του Αϊζενστάιν) έδωσε με τον καλύτερο τρόπο τον ιππότη ήρωα.
Μιχελίδης, Ελευθεροτυπία: Από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη, από τις κινηματογραφικές εκδοχές της ιστορίας
Πιστή απόδοση του μυθιστορήματος, με εξαίρεση τον επίλογο. Θεωρείται γενικώς μία από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη, από τις κινηματογραφικές εκδοχές της ιστορίας. Ο ενθουσιασμός οφείλεται κυρίως στην υποκριτική δεινότητα του Τσερκάσοφ (γνωστότερος στο κοινό από τις ερμηνείες του στο «Alexander Nevsky» και «Ιβάν ο Τρομέρος» και οι δύο σε σκηνοθεσία του Σεργκέι Αϊζενστάιν). Δεν πρέπει όμως να παραβλέψουμε την ερμηνεία του Τολουμπέγιεφ στο ρόλο του Σάντσο Πάνθα.
Δήμος Ηρακλείου: Ο Δον Κιχώτης στην Ευρωπαϊκή γραμματεία
Καθώς φαίνεται ότι ζούμε την ύστερη περίοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, πληθαίνουν οι αποτιμήσεις των ιστορικών περιόδων του. Έτσι, εμφανίζονται "κανόνες" της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής παραγωγής κατά τους λεγόμενους Νέους Χρόνους, δηλαδή από την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453) ή την ανακάλυψη της Αμερικής από τον Κολόμβο (1492) ως τις μέρες μας ή τουλάχιστον ως το 1989, οπότε κατέρρευσε το τείχος του Βερολίνου και μαζί του ο υπαρκτός σοσιαλισμός, ανοίγοντας το κεφάλαιο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή της επιβολής της μονοκρατορίας των ΗΠΑ. Σε όλους αυτούς τους "κανόνες", ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ δε Θερβάντες κατέχει την πρώτη θέση ή μια από τις πρώτες θέσεις.
Προς επιβεβαίωση της αντικειμενικότητας αυτής της αξιολόγησης, έγκυρες εφημερίδες και περιοδικά έχουν ζητήσει από τους αναγνώστες τους να υποβάλλουν τον δικό τους -προσωπικό- "κανόνα". Έκπληξη φαίνεται πως αποτελεί το γεγονός ότι ακόμα και σε τέτοιους καταλόγους, ο Δον Κιχώτης βρίσκεται στις πρώτες θέσεις.
Η αλήθεια είναι ότι υπό το πνεύμα ενός είδους ευρωπαϊκής "αλεξανδρινής βιβλιοθήκης", υπό το πνεύμα της δημιουργίας ενός "μουσείου", όπως κατά την ελληνιστική περίοδο, ο Δον Κιχώτης δεν μπορεί να λείψει από τέτοια παρακαταθήκη, της οποίας αποτελεί συστατικό στοιχείο. Τώρα, που έχουμε την άνεση να κοιτάζουμε πέντε τουλάχιστον αιώνες πίσω, μπορούμε να διακρίνουμε πως ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, δηλαδή το πνεύμα που τον κατέστησε μέγιστη κατάκτηση του ανθρώπου και ανυπέρβλητο όριο της συνέχειας από την Αρχαία Ελλάδα στην Αρχαία Ρώμη και στο Χριστιανισμό, έχει διακριτούς γεννήτορες. Στη λογοτεχνία, αυτοί δεν είναι άλλοι από τον Δάντη, που στα όρια μεταξύ Μεσαίωνα και Αναγέννησης κατέθεσε το όραμα ενός κόσμου ικανού να οδεύσει από την Κόλαση στον Παράδεισο, τον Ραμπελαί που απέδωσε τη λατρεία και την έκρηξη της ζωής ως ένα παιχνίδι γιορτής και περιέργειας με κολοφώνα το γέλιο, τον Τσώσερ και τον Βοκκάκιο που έφεραν αυτό το παιχνίδι στην περιοχή της αξίας του σώματος και της απόλαυσης, ικανής να εκδηλώνεται στην πράξη, αλλά και να κατέχει το θησαυρό του λόγου για να αφηγείται αυτή την πανδαισία, όπου η φυσικότητα της "αμαρτίας" ανάγεται σε αξεπέραστο και καλόδεχτο αμάρτημα της "φύσης".
Αυτή είναι μάλλον η πρώτη περίοδος του ευρωπαϊκού πνεύματος. Είναι η περίοδος της αισιοδοξίας, της βεβαιότητας ότι τα πράγματα είναι καλύτερα όταν, εγκαταλείποντας την υπερβατικότητα και τη μεταφυσική, την με κάθε τρόπο αναζήτηση μιας βασανιστικής αγιοσύνης, τη φενάκη και υπερβολή της εποποιίας των ιπποτών, ο άνθρωπος αφήνεται στην καθημερινότητά του και στη λογική της σκέψης του, που δεν καταδυναστεύεται από τις αυθεντίες και τους σχολαστικισμούς. Συνέπεια αυτής της αντίληψης υπήρξαν οι διαμαρτυρίες του Λούθηρου, που εντάσσονται στη γενικότερη θεώρηση αυτής της κίνησης, η οποία αποκλήθηκε Ανθρωπισμός και Μεταρρύθμιση, όπου η ιατρική, η κοσμογραφία, η αστρονομία, η φυσική μεταβάλλονται σε επιστήμες, σε διαρκή αναζήτηση δια της έρευνας και του πειράματος, της μελέτης και της συναγωγής πρακτικών συμπερασμάτων, εγκαταλείποντας τις θεωρητικές και συχνά παράλογες προσεγγίσεις με σφραγίδα το κύρος του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.
Είναι φυσικό ότι αυτές οι καινοτομίες μετέτρεψαν τη σταθερότητα το κόσμου, δηλαδή της Γης, που ως τότε ήταν το κέντρο του Σύμπαντος, σε μια διαρκώς εντονότερη αστάθεια, απέναντι στην οποία υψώθηκε η αντίδραση της εξουσίας και της θρησκείας, γνωστή ως Αντιμεταρρύθμιση. Τα εργαλεία της Αντιμεταρρύθμισης είχαν σαφή συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με όσα προσπαθούσε να επιβάλει η Μεταρρύθμιση. Το κυριότερο συγκριτικό πλεονέκτημα ήταν η συγκροτημένη αντίδραση σε σώματα επίθεσης προς υποστήριξη του δόγματος, με εμπροσθοφυλακή τα μοναστικά τάγματα και κυρίως την Κοινωνία του Ιησού -τους γνωστούς μας Ιησουΐτες- έργο του Ισπανού Ιγνάσιο δε Λογιόλα. Ποιος μπορούσε να αντισταθεί σε τέτοιο πλήθος, στην Ιερά Εξέταση που το ακολουθούσε, στην πυρά που εξολόθρευε μέσω τέτοιου εξαγνισμού τους ανθρώπους και τα έργα τους, στις παπικές εντολές, που υπερέβαιναν προ πολλού τον Μακιαβέλι; Ποια μπορούσε να είναι η προσωπικότητα, που μόνη και απροστάτευτη, θα ανέτρεπε αυτή την ισχύ, διαρκώς διευρυνόμενη με την ελέω Θεού Μοναρχία, την Αριστοκρατία, τη συμπαράταξη των αστών; Η συνθήκη του Τρέντο μπορεί να διήρκεσε μερικές δεκαετίες, στο τέλος όμως έψαλε τον θάνατο της Μεταρρύθμισης. Μετά την πρώτη περίοδο της αισιοδοξίας (1450-1530), μετά τη δεύτερη περίοδο της Μεταρρύθμισης (1500-1570), η τρίτη περίοδος, αυτή της επιβολής της Αντιμεταρρύθμισης (1550-1600), που συμπίπτει με την εγκαθίδρυση και στερέωση του ευρωπαϊκού πολιτισμού είχε καταλήξει σε αυτό που θα ήταν η συνέχειά του: αγώνας μονάδων ή μικρών ομάδων κατά οργανωμένων συνόλων. Από την πτώση της Κωνσταντινούπολης ως την αυγή του 17ου αιώνα, δηλαδή σε εκατόν πενήντα χρόνια, η ανατροπή που είχε ευαγγελιστεί η Αναγέννηση είχε μεταμορφωθεί σε συντηρητισμό, επιβεβαιώνοντας για πρώτη φορά στην Ιστορία της Ευρώπης πως η επανάσταση καταλήγει να ωφελεί και να ενισχύει την τάξη, εναντίον της οποίας είχε στραφεί.
Η Αντιμεταρρύθμιση είχε επιβληθεί, όταν ο Δον Κιχώτης κυκλοφόρησε το 1605. Καθώς η αισιόδοξη περίοδος του Ραμπελαί και των συγχρόνων του είχε παρέλθει, καθώς η επόμενη περίοδος της αναταραχής λόγω του Λούθηρου και των συνοδοιπόρων του είχε λήξει και ο κόσμος της Ευρώπης είχε επιστρέψει στην προτέρα αυτού κατάσταση της εμπέδωσης της τάξης, της πίστης και του δόγματος, ο Θερβάντες φέρνει στο φως την ηθική και το μεγαλείο της αποτυχίας. Δίνει ουσιαστικά την πλέον ανθρώπινη απάντηση στον σύγχρονό του Γουίλιαμ Σαίξπηρ, που βάζει τον ήρωά του Άμλετ, στο διεφθαρμένο βασίλειο της Δανιμακρίας, να αναρωτιέται "να ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού το ερώτημα". Και το μεγαλείο του Θερβάντες βρίσκεται ακριβώς στην αναγνώριση ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν θα είναι παρά εξάρσεις δημιουργίας που θα καταπνίγονται από μια αμετακίνητη καθεστηκυία τάξη και ότι ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος παρά όταν εμπλέκεται στις εξάρσεις του, μαθαίνοντας στο πετσί του πως εξαιτίας αυτών των εξάρσεων στο τέλος θα ηττηθεί, περιμένοντας όμως πως άλλος θα παραλάβει τη σκυτάλη για να συνεχίζεται αυτός ο μαραθώνιος που οι αποστάσεις του διαρκώς μεταβάλλονται και οι δρομείς του -περιέργως- διαρκώς είναι παρόντες.
Ίσως επειδή η εποχή μας έχει χάσει κάθε επαφή με αυτή την πραγματικότητα, αναγνωρίζει στον Δον Κιχώτη την αποκάλυψη αυτής της ανθρώπινης διάστασης, η οποία είναι η μόνη στα μέτρα του Ανθρώπου, αφού πρόκειται για ένα είδος αρετής, που ούτε ο Σωκράτης καν ούτε ο Πρωταγόρας μπόρεσαν να αποδείξουν «εἰ διδακτέον ἀρετή».
Την αποτυχία ως μονίμως αιωρούμενη παράμετρο, την έκπληξη αυτού του κινδύνου, προσπάθησε να οριοθετήσει, να περιγράψει και να εντάξει στην ανθρώπινη φύση ο Γάλλος Μισέλ ντε Μονταίνι στα Δοκίμιά του, έργο μιας ζωής, που δεν έπαψε να συμπληρώνει επί μία τουλάχιστον εικοσαετία (1572-1593), ομολογώντας πως του ήταν δύσκολο να καταλήξει σε συμπεράσματα και συμβουλές, ορίζοντας πως έμβλημά του ήταν το ερώτημα "τι ξέρω;", που βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά από το σωκρατικό "εν οίδα ότι ουδέν οίδα"(γιατί σημασία έχει το ερώτημα και όχι η απάντηση) και ταυτοχρόνως καταργεί το ερώτημα του Άμλετ, γιατί εντέλει η απάντηση είναι μία: να ζει κανείς. Μερικές δεκαετίες μετά την πρώτη έκδοση του Δον Κιχώτη, ο Ισπανός Μπαλτασάρ Γκρασιάν (1601-1658) θα προσπαθήσει να υπερβεί τις αμφιβολίες του Μονταίνι και να κωδικοποιήσει τις αναγκαίες μορφές του κόσμου της τάξης, έτσι που να στέκονται στα ακραία της όρια, παραδείγματα προς μίμηση δια της συνεχούς άσκησης, αλλά και έτοιμες να γείρουν στην πλευρά της αμφισβήτησης. Τέτοιες αναγκαίες μορφές είναι ο Ήρωας, ο Πολιτικός, αλλά και ο Φρόνιμος (στον οποίο ο Γκρασιάν προσφέρει "την τέχνη της Φρόνησης") και ο Οξύνους (στον οποίο εξίσου διδάσκεται "η τέχνη της Έκφρασης" με γνώμονα τη Φρόνηση). Αν σκεφτεί κανείς πως ο Γκρασιάν ανήκε στην Κοινωνία του Ιησού και ότι οι ανώτεροί του πάσχισαν να τον κάμουν να σωπάσει, φτάνοντας στο σημείο να τον φυλακίσουν και, σύμφωνα με τον μύθο, να του πάρουν την πένα του, μπορεί να καταλάβει κανείς πως το μεγαλείο της αποτυχίας, όπως το εκφράζει ο Δον Κιχώτης, ήταν πια το χαρακτηριστικό ενός κόσμου που χωρίς την αποτυχία δεν είχε μέλλον. Τι θα ήταν ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αν ο Τζορντάνο Μπρούνο δεν είχε καεί, αν ο Γαλιλαίος δεν είχε υποκύψει στους Ιεροεξεταστές, αν ο Κοπέρνικος δεν είχε καταδικαστεί ως "γελοίος Πολωνός", αν τα Δοκίμια του Μονταίνι δεν είχαν περάσει στον κατάλογο των απαγορευμένων από το Βατικανό βιβλίων, στον περίφημο Index, αν αμέτρητοι ανώνυμοι δεν είχαν υποστεί βασανιστήρια, δεν είχαν εντοιχιστεί για να πεθάνουν από ασφυξία, δεν είχαν υποβληθεί σε δημόσιες εκτελέσεις προς φρονηματισμό μιας τάξης πληβείων, που τα όριά της παρέμεναν δυσδιάκριτα και που έπρεπε πάντα να γέρνει προς την πλευρά της τάξης, την ώρα που η τάξη την υποψιαζόταν για κάθε είδους ανατροπές. Αυτή η τρίτη περίοδος του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι εκείνη που ολοκλήρωσε την ενηλικίωσή του.
Αν αυτός υπήρξε ο περίγυρος που κατέστησε τον Δον Κιχώτη απαραίτητο, έτσι που θα μπορούσε κανείς να πει ότι αν δεν τον είχε γράψει ο Θερβάντες, κάποιος άλλος θα τον είχε γράψει, το στοιχείο που καθιστά τον Δον Κιχώτη δημιούργημα του Θερβάντες και μόνο είναι ότι τα πρόσωπα του βιβλίου είναι τρία: ο Δον Κιχώτης, ο Σάντσο Πάντσα και ο ίδιος ο Θερβάντες, που δεν εμφανίζεται απλώς ως ο αφηγητής, χρησιμοποιώντας το πρώτο πρόσωπο και κατευθύνοντας τον αναγνώστη, αλλά και ως εκείνος που ξέρει περί ποίου πράγματος ο λόγος, αφού η ζωή του υπήρξε αρκούντως δονκιχωτική.
Είναι βεβαιωμένο πως έλαβε μέρος στη ναυμαχία της Ναυπάκτου όπου τραυματίστηκε, στα είκοσι πέντε χρόνια του έμεινε ανάπηρος από το αριστερό του χέρι, λίγο αργότερα πιάστηκε από πειρατές και πέρασε πέντε χρόνια αιχμαλωσίας στο Αλγέρι, όπου επανειλημμένα προσπάθησε να δραπετεύσει, εργάστηκε ως κατάσκοπος της Ισπανίας στην Πορτογαλία και στο Οράν της Μπαρμπαριάς (που τότε ανήκε στην Ισπανία), επέστρεψε στη Μαδρίτη, όπου δοκίμασε την τύχη του ως θεατρικός συγγραφέας, δεν πέτυχε τίποτα σε αυτόν τον τομέα παρ' όλο που έγραψε είκοσι ή τριάντα θεατρικά έργα, απελπισμένος μετατράπηκε σε φοροεισπράκτορα για να καταλήξει αδίκως στη φυλακή για κακοδιαχείριση και ιδιοποίηση δημόσιου χρήματος το 1597. Λέγεται πως στη φυλακή καταπιάστηκε να γράφει τον Δον Κιχώτη, δεν είναι όμως βέβαιο αν η συγγραφή άρχισε σε εκείνο τον εγκλεισμό ή ολοκληρώθηκε κατά την επόμενη φυλάκιση, το έτος 1605 ακριβώς, όταν το πρώτο μέρος του Δον Κιχώτη τέθηκε σε κυκλοφορία. Το δεύτερο μέρος του Δον Κιχώτη κυκλοφόρησε το 1615, ενώ είχε προηγηθεί ένα άλλο δεύτερο μέρος, γραμμένο από κάποιον Αβεγιανέδα. Στερημένος κάθε πνευματικού δικαιώματος από τον εκδότη του πρώτου μέρους του Δον Κιχώτη, ο Θερβάντες θα πέθαινε από πείνα αν δεν τύχαινε της προσοχής ενός μαικήνα αριστοκράτη. Πέθανε λίγο αργότερα ενδεδυμένος το ράσο μοναχού, αλλά παρά το γεγονός ότι είναι γνωστός ο τόπος της ταφής του, ο τάφος του δεν έχει βρεθεί.
Μερικούς μήνες μετά το θάνατο του Θερβάντες πέθανε ο Σαίξπηρ (σε ηλικία πενήντα δύο ετών και από άγνωστη αιτία). Πολλοί είναι εκείνοι που αρέσκονται να σημειώνουν ότι ενώ η ζωή του Θερβάντες και ο ίδιος βρίσκονται μέσα στον Δον Κιχώτη, ο Σαίξπηρ πέρασε μια ήρεμη ζωή, εισπράττοντας τα δικαιώματά από τα έργα του που παίζονταν με μεγάλη πάντα επιτυχία στο Globe Theater, αποφεύγοντας τις επαφές με τις αρχές, που είχαν μεριμνήσει για τη δολοφονία του Κρίστοφερ Μάρλοου, τα βασανιστήρια του Τόμας Κυντ, το στιγματισμό του Μπεν Τζόνσον, επιλέγοντας μιαν ανωνυμία, που του επέτρεπε να οικοδομεί τα τερατώδη και τα απύθμενα ενός Μάκβεθ και ενός Ληρ, διατηρώντας το δικαίωμα να διασκεδάζει με έναν Φάλσταφ ή μια Καλοκαιριάτικη Νύχτα. Αυτή η σύγκριση αποδίδει δύο όψεις της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας: εκείνη που ορμάται από τα του βίου και εκείνη που αποδίδει βίους. Ο Τόμας Μαν, που ανήκει στην πρώτη κατηγορία, λέγεται πως ταξιδεύοντας με το υπερωκεάνιο προς τη Νέα Υόρκη, είδε στον ύπνο του τον Δον Κιχώτη, ο οποίος είχε τα χαρακτηριστικά του Νίτσε-Ζαρατούστρα. Και ο Γουίλιαμ Φώκνερ, που ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, έλεγε πως διάβαζε κάθε χρόνο τον Δον Κιχώτη, όπως άλλοι διαβάζουν τη Βίβλο. Με άλλα λόγια, είτε από εδώ, είτε από εκεί, ο Θερβάντες -και δια του Θερβάντες ο Δον Κιχώτης- δεν αποφεύγεται.
Είναι περιττό να πούμε ποιες ερμηνείες δόθηκαν σε αυτό το έργο, ποια μυθολογία δημιούργησε, ποιους ενέπνευσε. Η βιβλιογραφία είναι απέραντη, οι απόψεις πάμπολλες και συχνότατα αντικρουόμενες. Να όμως μερικές που έχουν τύχει αποδοχής: ο Μιγκέλ δε Ουναμούνο είπε πως ολάκερη η Ισπανία είναι δονκιχωτική, οι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές ανέλυσαν τον Δον Κιχώτη, τον Σάντσο Πάντσα, την Δουλσινέα και έκαναν λόγο για οιδιπόδεια συμπλέγματα, φαλλικές αναζητήσεις, λογιών υπερβάσεις (sublimations), ο Μίνκους έγραψε το μπαλέτο Δον Κιχώτης, ο κινηματογράφος βρήκε διάφορους τρόπους να αποδώσει τα κύρια κεφάλαια του έργου, λογής μιούζικαλ έχουν ήρωα τον Ιππότη της Μάντσα. Εκτός αυτών, οι ειδικοί (όπως ο Χάρολντ Μπλουμ, πατέρας εξάλλου του πρώτου "κανόνα" της παγκόσμιας λογοτεχνίας) υποστηρίζουν πως ο Δον Κιχώτης βρίσκεται στα κορυφαία έργα της λογοτεχνίας του 19ου και 20ου αιώνα, είτε πρόκειται για τον Άχαμπ στον Μόμπυ Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ, είτε για τον κάθε Κ. στα γραπτά του Κάφκα, είτε -παίρνω το θάρρος να προσθέσω- στον Τσέχοφ και στον Παπαδιαμάντη (Βαρδιάνος στα Σπόρκα, Ρόδινα Ακρογιάλια), με την δονκιχωτική ιπποτική ματιά και χωρίς τη βία και τους σωματικούς εξευτελισμούς που υφίσταται ο Δον Κιχώτης. Είναι πιθανό πως εκεί όπου μπορεί κανείς να εντοπίσει τα πρώτα δείγματα του περάσματος του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην ύστερη φάση του, η προσοχή στην ηθική της αποτυχίας συναντάει στον Δον Κιχώτη τον πρώτο εκφραστή της, επιβεβαιώνοντας τον Κάρολο Μαρξ, που είχε τη σοφία να παρατηρήσει πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως κωμωδία, πράγμα που σημαίνει πως η πρώτη εμφάνισή της ήταν μια τραγωδία. Πράγματι: ο Δον Κιχώτης είναι τραγικός. Τραγικός είναι και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός ως αυτήν εδώ την ύστερη φάση του, Αυτό εξηγεί ίσως γιατί ο Θερβάντες και ο Δον Κιχώτης του βρίσκονται στην πρώτη ή στις πρώτες θέσεις των "κανόνων" της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κάθε ύστερη φάση νομίζει πως ο προ των θυρών θάνατός της είναι μια τραγική τιμωρία. Οι επιγενόμενοι, αν υπάρξουν, θα δουν το κωμικό ενός γνωστού τέλους.
Ποιος είναι όμως ο Δον Κιχώτης; Ένας μοναχικός θιασώτης και οπαδός του κόσμου της ιπποσύνης, ο οποίος, μέσα από τα διαβάσματά του -έπη και βίους ιπποτών- πιστεύει με απόλυτη ειλικρίνεια πως τα κακά του κόσμου (αυτά που εκείνος θεωρεί πως είναι τα κακά του κόσμου) διορθώνονται με την αυταπάρνηση, την προσωπική θυσία, τη μεταμόρφωση της πραγματικότητας σε όνειρο και τη μεταμόρφωση του ονείρου σε πραγματικότητα, στοιχεία που αναδύονται από έναν κόσμο αρετής, από έναν κόσμο Οδύσσειας (ο Δον Κιχώτης περιπλανάται ή μάλλον έχει βγει "στον πηγαιμό για την Ιθάκη"), που έχει να αντιμετωπίσει φυσικά και ψυχικά μαρτύρια, τα οποία δεν είναι άλλο από επιβεβαιώσεις αυτού του ταξιδιού, που η κατάληξή του είναι ο θάνατος. Τέσσερις αιώνες πριν από τον Καβάφη, ο Δον Κιχώτης λέει "οι Ιθάκες τι σημαίνουν". Έτσι μάλλον θα πρέπει να δούμε τον Δον Κιχώτη σήμερα. Όταν ο Θερβάντες έγραφε το έργο του, δεν θα φανταζόταν βεβαίως πως έτσι θα μπορούσαμε να δούμε τον ήρωά του. Η ισπανική λογοτεχνία είχε προ πολλού αναπτύξει τη θεματολογία του κατεργάρη, του επιτήδειου, του μασκαρά, του καταφερτζή, του αξιοθαύμαστου λαϊκού ήρωα. Ο Λασαρίγιο δε Τόρμες, έργο άγνωστου συγγραφέα, ο Ρουϊ Μπλας, που ενέπνευσε τον Γάλλο συγγραφέα Λε Σαζ, τα χρονικά των conquistadores, οι διάλογοι που απέδιδαν τη ζωή κάθε Εβραίας πόρνης (ισπανικής καταγωγής) στην Ιταλία, είχαν διαμορφώσει μια λογοτεχνία, όπου το περίεργο, το πρωτοφανές, το απίστευτο και το παράλογο είχαν τη θέση τους. Αυτή η λογοτεχνία θα είχε πεθάνει άδοξα, αν ο Θερβάντες δεν την είχε συμπυκνώσει και δεν της είχε προσφέρει το δώρο της αθανασίας, χάρη στον Δον Κιχώτη, όπου όλα τα περίεργα είναι φυσικά, όπου όλα τα παράλογα είναι πιστευτά, όπου όλα τα ανάποδα έχουν το ίσο τους.
Αυτό το εύρημα δεν θα είχε το αντίκρισμα που του αποδίδουμε αν απέναντι στον Δον Κιχώτη δεν υπήρχε ο Σάντσο Πάντσα, η φωνή της αναπότρεπτης πραγματικότητας, η επίδειξη της κοινής λογικής, αλλά και της καχυποψίας και της προσδοκίας της ευκαιρίας με τις μικρότερες δυνατές απώλειες. Λιπόσαρκος ο Δον Κιχώτης, στρουμπουλός ο Σάντσο, καβάλα στον ετοιμόρροπο Ροσινάντε ο Δον Κιχώτης, σε γάιδαρο ο Σάντσο, οπλισμένος και θωρακοφόρος ο Δον Κιχώτης, άοπλος ο Σάντσο, επιθετικός και αιθεροβάμων ο Δον Κιχώτης, διαλλακτικός και προσγειωμένος ο Σάντσο, ο Δον Κιχώτης αποκτά περιεχόμενο, επειδή το αντλεί από τον Σάντσο, που απλόχερα του το προσφέρει. Με άλλα λόγια, ο Δον Κιχώτης δεν θα ενδιέφερε αν ο Σάντσο Πάντσα δεν υπήρχε να μας δείχνει πόσο ενδιαφέρων είναι.
Φίλιππος Δρακονταειδής
Βίοι παράλληλοι Δον Κιχώτη και Θερβάντες
Βιογραφία για τον μεγάλο Ισπανό συγγραφέα μέσα από τις διαδρομές της πολύπαθης ζωής του
«Σ’ένα χωριό της Μάντσας, που δεν θέλω να θυμηθώ τ’ όνομά του…». Μ’ αυτή τη φράση αρχίζει ένα από τα πιο «θαυμαστά και ανεπανάληπτα» μυθιστορήματα στην ιστορία της λογοτεχνίας: του «Δον Κιχώτη». Ο Αντρές Τραπιέγιο, ο άνθρωπος που υπογράφει μία ακόμα, όπως ο ίδιος παραδέχεται, βιογραφία του Θερβάντες –απ’ όπου η «Κ» προδημοσιεύει αποσπάσματα– είχε μπροστά του ένα ασαφές υλικό. Σκόρπιες πληροφορίες, ενδείξεις, φήμες, ψευδείς δηλώσεις και τίποτα συγκεκριμένο. Ετσι, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν… ρεπεράζ. Ακολουθώντας κατά γράμμα τη φράση του ίδιου του Θερβάντες: «Ο,τι μπορείς να νιώσεις, μπορείς και να το πεις».
Αρχισε, λοιπόν, να επισκέπτεται όλες τις πόλεις που, σύμφωνα με τα στοιχεία, είχε περάσει ή είχε ζήσει εκεί ο Θερβάντες. Συγκέντρωσε πληροφορίες, διάβασε πολλές από τις χιλιάδες σελίδες που έχουν γραφτεί για τη ζωή και το έργο του μεγάλου Ισπανού συγγραφέα και ξεκίνησε το δικό του ταξίδι. Προσπάθησε να προσεγγίσει τις συνθήκες και τα συναισθήματα του μεγάλου συγγραφέα, να κατανοήσει τις διαδρομές της ζωής του, κι όλα αυτά να τα αφηγηθεί γοητευτικά, με περισσότερες απόψεις και λιγότερα πραγματολογικά στοιχεία.
Ατυχή περιστατικά
Το παραδέχεται ειλικρινά στον πρόλογο της βιογραφίας με τίτλο «Θερβάντες, ο συγγραφέας πίσω από τον ήρωα»: «Η ζωή του Θερβάντες εξακολουθεί να περιβάλλεται από μυστήριο. Δεν ξέρουμε πολλά για όσα τράβηξε, ενώ αγνοούμε παντελώς ό,τι αφορά την ιδιωτική του ζωή ή τον χαρακτήρα του. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, περισσότερα στοιχεία για την ιδιωτική ζωή του δον Κιχώτη παρά για τη ζωή του δημιουργού του».
Σε γενικές γραμμές ο Αντρές Τραπιέγιο γνωρίζει ότι η ζωή του Θερβάντες «σημαδεύτηκε από πολυάριθμα ατυχή περιστατικά. Οσον αφορά τον χρόνο και τον χώρο, γνωρίζουμε ότι η Ισπανία εκείνης της εποχής ήταν ταυτόχρονα η Ισπανία της αυτοκρατορίας, των μεγάλων κατακτήσεων, της αγιοσύνης και του Χρυσού Αιώνα από τη μία, αλλά και της πείνας, της επαιτείας, των λοιμών, των καθημερινών δολοφονιών, της Ιεράς Εξέτασης και του θρησκευτικού σκοταδισμού, της πειρατείας, της γραφειοκρατίας και της δικαστικής διαφθοράς, των αγκυλωμένων δομών και της σκλαβιάς από την άλλη.
Ο ίδιος ο Μιγκέλ δε Θερβάντες υπέφερε αρκετά από αυτά τα δεινά αλλά, παρ’ όλα αυτά, μας κληροδότησε ήρωες που το μεγαλύτερο ανθρώπινο χάρισμά τους ήταν ότι έψαξαν και βρήκαν ικανοποίηση στις αντιξοότητες και στις δυσκολίες, βολή στη στενότητα και ελπίδα στις αόρατες δυνάμεις που κινούσαν τα νήματα της σκοτεινής ύπαρξής τους. Θα μπορούσε να έσταζε χολή, όσον αφορά και το συναίσθημα και το γράψιμό του. Παρ’ όλα αυτά, δεν δηλητηρίαζε το πρώτο και δεν έχασε την αμεσότητά του στο δεύτερο. «Απλότητα»: Ετσι ονόμασε ο ίδιος όλα αυτά».
Στα μέσα του 16ου αιώνα
Ο Θερβάντες γεννήθηκε, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, στην Αλκαλά δε Ενάρες, μάλλον στις 29 Σεπτεμβρίου του 1547. «Αυτό το απλό στοιχείο, ότι δηλαδή η Αλκαλά δε Ενάρες είναι η πόλη στην οποία γεννήθηκε ο Θερβάντες, χρειάστηκε αιώνες για να διαλευκανθεί. Υπήρξαν έντονες αντιπαραθέσεις, οι ειδήμονες αντάλλαξαν μαχαιρώματα στα στενά δρομάκια των επιστημονικών εντύπων τους, κάποιοι συνέλεξαν λανθασμένες αποδείξεις, κάποιοι άλλοι ξέθαψαν αρχεία, πολλοί χάθηκαν στην Αγρια Δύση. Πατρίδες του Θερβάντες θεωρήθηκαν κατά καιρούς, διαδοχικά ή ταυτόχρονα, οι πόλεις Αλκάθαρ δε Σαν Χουάν, Κονσουέγρα, Σεβίλλη, Λουθένα, Μαδριδέχος, Ερένθια, Μαδρίτη, Τολέδο κ.ά. (…) Οι παππούδες του από την πλευρά της μητέρας του υπήρξαν αγρότες στην Αργάντα, στην Αργαμασίλια, στο Μπαράχας ή σε κάποιο άλλο χωριό στα περίχωρα της Μαδρίτης. Καλοστεκούμενοι αγρότες εκείνης της εποχής, δηλαδή μάλλον φτωχοί. Ο παππούς από την πλευρά του πατέρα του, που ονομαζόταν Χουάν δε Θερβάντες, επίσης από την Κόρδοβα, σπούδασε νομικά και έφτασε να χρηματίσει κατώτερος δικαστικός υπάλληλος ενώ ανέλαβε και διάφορες διοικητικές θέσεις σε πολλές πόλεις και χωριά, ανάμεσά τους και στην Αλκαλά». Ενας παππούς μάλλον ζωηρός, που πέρασε όλη του τη ζωή σε δικαστικές διαμάχες, είτε για επαγγελματικούς είτε για προσωπικούς λόγους. Οσο για τις γυναίκες της οικογένειας (νόμιμες ή παράνομες) ή τα παιδιά (νόμιμα ή νόθα) αποτελούν περισσότερο πρόσωπα μυθιστορημάτων. Αλλά ίσως, εκείνη την εποχή, έτσι ακραία ήταν τα φαινόμενα των ανθρώπινων σχέσεων.
Πάθος για ανάγνωση
Ο Μιγκέλ ήταν το τέταρτο από τα εφτά παιδιά της οικογένειας του Ροδρίγκο δε Θερβάντες και της δόνας Λεονόρ δε Κορτίνας. Η αδελφή του Αντρέα ήταν μάλλον ζωηρή, ενώ η μικρότερη, η Λουίσα, έγινε μοναχή. «Ο Ροδρίγκο θέλησε τα παιδιά του, αγόρια και κορίτσια, πράγμα σπάνιο εκείνη την εποχή, να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν. (…) Ο ίδιος ο Θερβάντες μάς αναφέρει το πάθος του για την ανάγνωση και την ποίηση και πως ήταν κάπως βραδύγλωσσος ή “βραδύστομος”. Το πάθος του για τα πάσης φύσεως έντυπα τον οδηγούσε, μας διηγείται ο Θερβάντες, να διαβάζει τα χαρτιά που έβρισκε πεταμένα στον δρόμο». Εν τω μεταξύ, αλλάζουν τόπους κατοικίας. Στο Βαγιαδολίβ, στη Σεβίλλη, στη Μαδρίτη αργότερα, εκτός Ισπανίας για αρκετά χρόνια για ν’ αποφύγει τη φυλακή, στη Σικελία, στη Νεάπολη, τη Σαρδηνία, στη Γένοβα, πάλι στη Νεάπολη και ξανά στην Ισπανία.
Αγαπημένη πόλη
Για τη Νεάπολη μιλάει πολλές φορές εγκωμιαστικά ο Θερβάντες, πόλη απ’ όπου έχει πολύ καλές αναμνήσεις γιατί, μεταξύ άλλων, «εκεί είχε την πρώτη του ερωτική συνεύρεση από όσο γνωρίζουμε, με δεδομένες τις ασάφειες που υπάρχουν στη βιογραφία του». Βρισκόμαστε πια στο 1574.
Οσο για τη ζωή του εκεί «δεν ξέρουμε ούτε ποιοι ήταν οι φίλοι του ούτε τι είδους ζωή έκανε. (…) Ξέρουμε ότι είχε διαβάσει την “Ερωτευμένη Αρτεμη” του Χιλ Πόλο, την “Εξέταση ιδιοφυϊών” του Ουάρτε δε Σαν Χουάν, τους “Ερωτικούς διαλόγους” του Λεόνε Εμπρέο, το “Τραγουδιστάρι” του Μοντεμαγιόρ, τους “Λουζιτανούς” του Καμόες, τα ποιήματα του Γκαρθιλάσο και βέβαια τους αρχαίους Ελληνες και Λατίνους κλασικούς… Λίγα βιβλία, αλλά προσεκτικά διαβασμένα και αφομοιωμένα, βιβλία τα οποία ο ίδιος ο Θερβάντες, πολλά χρόνια αργότερα, θα τα συνέδεε με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, με όσα έγραψε εκείνος».
Ακαθόριστα πλούσιος με αδυναμία στον τζόγο
Ηταν διαδοχικά ευκατάστατος και απένταρος. Είχε αδυναμία στον τζόγο, διαχειρίστηκε με κακό τρόπο. «Ο θρύλος τον θέλει φτωχό. Είναι γεγονός ότι υπήρξε και πέθανε φτωχός. Τα χρόνια που πέρασε στη Σεβίλλη όμως ήταν ένας άνθρωπος ανοιχτοχέρης –ποτέ δεν αντιλήφθηκε με ακρίβεια τη λειτουργία του χρήματος–, που θύμιζε τα συμπαθητικά μέλη της Λέσχης του Πίκγουικ, κι αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι σε μια χώρα φτωχών, φουκαράδων και αθλίων, στην οποία διακινούνταν ελάχιστα χρήματα, κάποιος με τα προνόμια του Θερβάντες ήταν ένας άνθρωπος… ακαθόριστα πλούσιος». Από το 1600 ώς το 1605 θα ολοκληρώσει το μέγα βιβλίο του. «Δουλειά του μυθιστοριογράφου δεν είναι να αφηγείται μεγάλα γεγονότα, αλλά να κάνει σημαντικά τα μικρά» έλεγε ο Θερβάντες. Και ο βιογράφος του Θερβάντες παραλληλίζει: «Η ελευθερία του δον Κιχώτη είναι συνυφασμένη με την τρέλα. Ο δον Κιχώτης δεν υπήρξε πιο ελεύθερος από τον Θερβάντες, όπως έχει υποστηριχτεί. Ούτε βέβαια μπορούμε να πούμε ότι εξιδανικεύει, μέσω του ήρωά του, όλες τις αποτυχίες και τις ταπεινώσεις που υπέφερε τη ζωή του. Ο δον Κιχώτης και ο Θερβάντες ήταν το ίδιο ελεύθεροι και το ίδιο σκλάβοι των προκαταλήψεων, των απόψεων και των μονομανιών τους. (…) Ο δον Κιχώτης είναι ανθρώπινος ακόμα και εις βάρος του θρύλου του».
Την άνοιξη του 1616 ο Μιγκέλ δε Θερβάντες είναι πια πολύ γέρος και πολύ άρρωστος. Με λέξεις που θυμίζουν εκείνες του δον Κιχώτη στο νεκροκρέβατό του, ολοκληρώνει ο Θερβάντες τον πρόλογο και τη ζωή του. «Ισως έρθει καιρός που, δένοντας ξανά αυτήν τη σπασμένη κλωστή, να μπορώ να πω αυτά που δεν μπορώ τώρα και αυτά που θα ήταν πρέπον να ειπωθούν. Χαίρετε και ευχαριστώ, χαίρετε και καλή καρδιά, χαίρετε, χαρούμενοι φίλοι μου, εγώ πεθαίνω και ελπίζω να σας αντικρίσω ευτυχείς στην άλλη ζωή».
Πέθανε στις 22 Απριλίου 1616 και λίγο πριν βρήκε το κουράγιο, τη δύναμη και το χιούμορ να γράψει στον προστάτη του, κόμη του Λέμος, τους εξής στίχους:
«Με το πόδι στον αναβολέα βαλμένο
Με την προσμονή του θανάτου
Μέγα Κύριε, για σε γραμμένο».
Λίγε μέρες πριν είχε πεθάνει ο Σαίξπηρ.
Της Ολγας Σελλα
Μιγκελ Ντε Θερβαντες Σααβερδα, 1547-1616
(CervantesSaavedra, Miguelde)
«H ελευθερία, Σάντσο, είναι ένα από τα πιο πολύτιμα αγαθά
που χάρισαν οι αιώνες στον άνθρωπο. Καλότυχος σ΄ όποιον
ο Θεός έδωσε ένα κομμάτι ψωμί, δίχως να έχει να το χρωστάει
σε κανέναν παρά στον ουρανό».
(Απόσπασμα)
Ο Μεγάλος Ισπανός συγγραφέας γεννήθηκε στις 23/2/1547 στην Αλκαλά ντε Χεναρές και, όπως και με τον Όμηρο, 7 πόλεις ανταγωνίζονταν για το ποια ήταν η γενέτειρά του. Θεωρείται ανανεωτής της ισπανικής λογοτεχνίας, ενώ ο «Δον Κιχώτης» του είναι το ευρύτερα μεταφρασμένο βιβλίο στον κόσμο μετά τη Βίβλο.
Ήταν γιος του Ροδρίγκου ντε Θερβάντες και της Ελεονώρας ντε Κορτίνος, το τέταρτο παιδί μίας οκταμελούς οικογένειας φτωχής αλλά με ευγενική καταγωγή. Ο πατέρας του Θερβάντες ήταν πρακτικός γιατρός και με κόπο έβγαζε τα προς το ζην, γεγονός που τον ανάγκαζε ν΄ αλλάζει συχνά τόπο διαμονής και εργασίας. Οι συνεχείς μετακινήσεις και κυρίως η φτώχεια της οικογένειάς του δεν του επέτρεψαν να κάνει ανώτερες σπουδές, παρά τη μεγάλη του έφεση στα γράμματα. Σπούδασε στη γενέτειρά του σε κάποιο κολέγιο Ιησουιτών στο Βαγιαδολίδ (ή στη Σεβίλλη) και από μικρός έδειξε την κλίση του στην ποίηση.
Ως προς την εξωτερική του εμφάνιση (στα νιάτα του) τον περιγράφουν με μέτριο ανάστημα, καστανά μαλλιά, δέρμα μάλλον ανοιχτού χρώματος, μύτη καμπυλωτή σε καλές αναλογίες, μάτια ζωηρά, στόμα μικρό και τραυλή ομιλία. Φαίνεται ακόμη πως αγαπούσε τα σπορ του ανοιχτού αέρα και πως κέρδιζε την αγάπη των ανθρώπων με την καλοσύνη του και τους ευγενικούς του τρόπους.
Στις αρχές του 1569, τον συναντάμε στην Ιταλία στην υπηρεσία του καρδινάλιου Ακουαβίβα. Στην Ιταλία ο Θερβάντες κατατάχτηκε στο στρατό μαζί με τον αδερφό του Ροδρίγο σε μία εποχή που η Ιταλία έκανε πόλεμο με την Τουρκία. Ταυτόχρονα μελετάει τους κλασσικούς φιλοσόφους, έρχεται σ΄ επαφή με το πνεύμα της Αναγέννησης, ενώ τρέφει ιδιαίτερο θαυμασμό για τη Ρώμη, «την κυρά κι αφέντισσα του κόσμου», όπως ο ίδιος την έλεγε.
Το 1571, πήρε μέρος στην περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Παρόλο που ήταν ασθενής, πολέμησε με ανδρεία στην πιο επικίνδυνη θέση και δέχτηκε δύο τραύματα στο στήθος και ένα άλλο από το οποίο έχασε το αριστερό του χέρι, «προς μεγαλύτερη δόξα του δεξιού χεριού», όπως έλεγε χωρατεύοντας ο ίδιος. Η αναπηρία του δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να μάχεται, παίρνοντας μέρος σε διάφορες εκστρατείες. Κάποια στιγμή, μετά από πολλές περιπέτειες, αποφασίζει να επιστρέψει στην Ισπανία και επιβιβάζεται με τον αδερφό του στην ισπανική γαλέρα «Ήλιος», αλλά η γαλέρα πέφτει στα χέρια μουσουλμάνων κουρσάρων και έτσι οδηγείται αιχμάλωτος στο Αλγέρι. Κάποιες επιστολές που βρέθηκαν πάνω του έκαναν τους πειρατές να πιστέψουν ότι επρόκειτο για πολύ σημαντικό πρόσωπο, που η οικογένεια του θα κατέβαλλε μεγάλο ποσό για την απελευθέρωσή του, γεγονός που έκανε την αιχμαλωσία του μακρύτερη και δυσκολότερη.
Ο Θερβάντες έκανε παρόλα αυτά αρκετές απόπειρες να δραπετεύσει, αλλά καμία πετυχημένη. Aρκετές φορές οδηγήθηκε μπροστά στον πασά, όπου πάντα ανέλαβε την πλήρη ευθύνη της οργάνωσης του σχεδίου διαφυγής των αιχμαλώτων και παρά τα βασανιστήρια και τις ύβρεις αρνήθηκε να καταδώσει τους συνεργάτες του. Ο πασάς τον έριξε στα κάτεργα, ενώ ο μόνος λόγος που γλίτωσε το θάνατο ήταν επειδή πίστευαν ότι θα τον πουλούσαν έναντι μεγάλου χρηματικού ποσού.
Στο διάστημα αυτό της αιχμαλωσίας του που διήρκεσε 5 χρόνια στις φοβερές φυλακές του Αλγερίου που τις αποκαλούσαν «τα μπάνια», ο Θερβάντες έδειξε ακόμη μεγαλύτερη παλικαριά απ΄ αυτήν που είχε επιδείξει στις μάχες. Μέσα στον Θερβάντες έχει πια γεννηθεί ο Δον Κιχώτης. Και σαν Δον Κιχώτης δρα σ΄ όλη την πρώτη εποχή της νιότης του ο δημιουργός του ιππότη της Ελεϊνής Μορφής που πάντα πιστεύει στα υψηλά ιδανικά.
Κατάφερε να επιστρέψει στην πατρίδα του (1580) μετά από 11 ολόκληρα χρόνια πολυβάσανου και πολύγνωρου ξενιτεμού και υπηρέτησε στον πορτογαλικό στρατό κατά την εκστρατεία των Αζόρων νήσων για βιοποριστικούς λόγους.
Λίγο αργότερα παντρεύτηκε με τη δόνα Καταλίνα ντε Παλάθιος, με την οποία πέρασε την υπόλοιπη ζωή του χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Ο Θερβάντες έπειτα έζησε στην Εσκιβίας (1583-1587). Αυτά τα χρόνια φαίνεται ότι είναι τα ευτυχέστερα στη ζωή του.
Έτσι πηγαίνει στη Σεβίλλη, "καταφύγιο των φτωχών και των άτυχων", όπως ο ίδιος την ονομάζει, όπου δέχεται κάποιες υποτιμητικές για αυτόν θέσεις, όπως του προμηθευτή του βασιλικού στόλου και ύστερα του φοροεισπράκτορα, ενώ η αίτησή του στο βασιλιά να διορισθεί στις ισπανικές αποικίες της Αμερικής δεν έγινε δεκτή. Σαν κομισάριος ο Θερβάντες επισκέφτηκε όλα τα μικρά χωριά στη νότια Ισπανία μαθαίνοντας τα ήθη και τα έθιμα διαφορετικών ανθρώπων(αγροτών, βοσκών, τσιγγάνων, αλιέων, πανδοχέων, κ.α). Περιπλανιέται από επαρχία σε επαρχία, κοιμάται σε χάνια και εξαθλιωμένα πανδοχεία και έρχεται σε προστριβή με μεγαλογαιοκτήμονες και παπάδες, γεγονός που τον οδήγησε 2 φορές στη φυλακή και μία στον αφορισμό.
Όλα αυτά του δίνουν μεγάλη πείρα ζωής και μία βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης σ΄ όλες της τις βαθμίδες, από τις κατώτερες και ενστικτώδεις παρορμήσεις του ζώου μέχρι τις πνευματικές ανάγκες και τις ανάγκες αναζήτησης του θείου, πράγμα που φαίνεται και συγκινεί μέσα απ΄ τα πεζογραφήματά του.
Αυτό το διάστημα, που ήταν για αυτόν από τα δυσκολότερα της ζωής του, υπήρξε πολύ παραγωγικό φιλολογικά: τότε ήταν που έγραψε τον Δον Κιχώτη. Φοβούμενος ότι το θέμα του Δον Κιχώτη, που αποτελούσε μία παρωδία των ιπποτικών ηθών, θα ενοχλούσε τις ανώτερες τάξεις, αναζήτησε έναν προστάτη στον οποίο αφιέρωσε το έργο του. Διάλεξε γι αυτό το σκοπό το δούκα του Μπεχάρ.
Ο Δον Κιχώτης κυκλοφόρησε στις αρχές του 1605 με τον τίτλο: "Ο επινοητικός Ιδαλγός Δον Κιχώτης". Πρόκειται για ένα έργο που σατιρίζει πρόσωπα και πράγματα της εποχής του. Ήταν μία εποχή που το αυτοκρατορικό ισπανικό μεγαλείο αρχίζει σιγά-σιγά να ξεφτάει κι η φτώχεια που μαστίζει λίγο-πολύ όλες τις κοινωνικές τάξεις, με εξαίρεση τους ευγενείς και τους κληρικούς, ωθεί τον πληθυσμό σε μαζικούς εποικισμούς για την εύρεση καλύτερης τύχης στο νεοκατακτημένο Νέο Κόσμο. Πέρα απ΄ τη σάτιρα ο Θερβάντες πάντα σεβάστηκε τα ιδανικά: την ελπίδα, την έξαρση, την πίστη, την ελευθερία.
Η μεγάλη αξία του βιβλίου βρίσκεται κυρίως στη συνύπαρξη του ιδεαλιστικού με το ρεαλιστικό, του πραγματικού με το φανταστικό, που αποδίδεται μέσα από δύο εντελώς διαφορετικούς ήρωες:από τη μία είναι ο Δον Κιχώτης, που πιστεύει στα μεγάλα ιδανικά και έχει τόση μεγάλη επιθυμία να ζήσει περιπέτειες "ιπποτικές", που βλέπει τους ανεμόμυλους σαν εχθρικούς γίγαντες και τους απλούς ανθρώπους σαν ιππότες και ντάμες ευγενικής καταγωγής. Από την άλλη, ο Σάντσο δεν μπορεί να καταλάβει τους βαθυστόχαστους συλλογισμούς του αφέντη του και τη σημασία των κανόνων της ιπποσύνης, αφού αυτό που τον νοιάζει είναι η καθημερινή επιβίωση και καλοπέραση. Μέσα απ΄ τον Δον Κιχώτη διακρίνουμε πολλές διαφορετικές πλευρές της ανθρώπινης αδυναμίας αλλά και δύναμης.
Το 2ο μέρος του Δον Κιχώτη κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 1615, δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου τόμου. Τότε κρέμασε την πέννα του στο καρφί αφήνοντας στην τελευταία σελίδα του βιβλίου του για πάντα γραμμένο: «Για μένα μονάχα γεννήθηκε ο Δον Κιχώτης κι εγώ για αυτόν.. Αυτός ήξερε να πράττει κι εγώ να γράφω.." Δύο χρόνια μετά την αποπεράτωση του έργου του, που για αυτόν υπήρξε έργο ζωής, πέθανε σε ηλικία 69 ετών στη Μαδρίτη, έχοντας κοντά του τη γυναίκα του και την ανιψιά του.
Είναι ο Δον Κιχώτης πράγματι "τρελός" ή μήπως βλέπει πραγματικότητες, όντα και κόσμους που εμείς, εθισμένοι στα υλικά, βολεμένοι και ήσυχοι με τη συνείδηση μας δεν μπορούμε να δούμε; Αξίζει περισσότερο μία ζωή ρεαλιστική και προσγειωμένη, όπου όμως τίποτα εξαιρετικό δεν συμβαίνει, ή μία ζωή περιπετειώδης, σημαδεμένη από την ανάγκη για υπέρβαση, προσφορά στην ανθρωπότητα και ιδανικά, ακόμη κι αν για τους περισσότερους είναι ανύπαρκτα;
Η αιώνια μάχη του ανθρώπου ανάμεσα στην ύλη και στο πνεύμα, τις ενστικτώδεις ωθήσεις και τη φωνή του θείου μέσα μας που μας σπρώχνει να αναζητήσουμε το αδύνατο συμβολίζεται με τους δύο ήρωες του έργου: τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο.
Η αλήθεια είναι ότι οι υψηλές ιδέες και οι αξίες δε μετριούνται, δεν προσφέρουν υλικό πλούτο και είναι αόρατες στα μάτια των πολλών. Αν όμως κάποιος μπορεί να ζήσει σύμφωνα με αυτές, ακόμη κι αν είναι ένας ταπεινός και άγνωστος ήρωας που φαίνεται να έχει φαντασιώσεις, είναι ένα παράδειγμα για όλους εμάς που δε θα είχαμε την τόλμη να κάνουμε το ίδιο. Είναι ένας Άνθρωπος με Α κεφαλαίο.
Έχουν πει για το Δον Κιχώτη:
- «Ενα σκίτσο του Δον Κιχώτη θα έπρεπε να βρίσκεται δίπλα σε κάθε φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα. Αυτοί είναι οι δύο πιο αυθεντικοί επαναστάτες του κόσμου.»
Γούντι Αλεν, ηθοποιός, σκηνοθέτης
- «Εχω περάσει πολλά βράδια θυμωμένη με τον εαυτό μου επειδή δεν πρόλαβα να γράψω εγώ, πρώτη απ' όλους, μια ιστορία σαν του Δον Κιχώτη.»
Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, συγγραφέας
- «Δεν υπάρχει βιβλίο που να περιγράφει καλύτερα την απομόνωση της ανθρώπινης πλάνης από το αριστούργημα του Θερβάντες. Οχι, ο Δον Κιχώτης δεν ήταν τρελός. Τρελός είναι όποιος δεν τα 'χει βάλει έστω και μία φορά στη ζωή του με ανεμόμυλους.»
Ιρβιν Ντ. Γιάλομ, συγγραφέας, ψυχοθεραπευτής
- «Και αν ακόμη ο Δον Κιχώτης δεν κατάφερε να σώσει τον κόσμο, κατάφερε τουλάχιστον να σωθεί μέσα στον κόσμο του. Και αυτό είναι κάτι...»
Ορσον Γουέλς, ηθοποιός, σκηνοθέτης
(από ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-Μιχελίδης)
ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗ
Τετρακόσια χρόνια φέτος από την πρώτη έκδοση του πρώτου μέρους του «Δον Κιχώτη», κι ο ονειροπαρμένος ιππότης του παραμένει πάντα επίκαιρος.
Την επικαιρότητα αυτή ξεχώρισε πολύ νωρίς ο κινηματογράφος προσφέροντας την πρώτη κιόλας ταινία το 1903, γυρισμένη στα γαλλικά στούντιο «Zecca». Μέχρι σήμερα έχουν γυριστεί περισσότερες από 16 διασκευές. Στην περίοδο του βωβού γυρίζεται και μια βερσιόν σε καρτούν (1909) από τον διάσημο Εμίλ Κολ, ενώ σε καρτούν θα τη γυρίσει και ο Αμερικανός Ουμπ Αϊβερκς το 1934.
* Η πιο πετυχημένη ίσως βερσιόν να ήταν εκείνη που σχεδίαζε να γυρίσει στη δεκαετία του '20, ο Σεργκεί Αϊζενστάιν. Σχέδιο που δυστυχώς ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Η πρώτη σημαντική, από τις 16 διασκευές που έγιναν μέχρι σήμερα, γυρίζεται το 1934 στη Γαλλία από το Γερμανό Παμπστ, με τον τραγουδιστή Φεοντόρ Σαλιάπιν.
* Η πιο πετυχημένη όμως διασκευή, και πιο πιστή στο βιβλίο του Θερβάντες είναι ο ρωσικός «Δον Κιχώτης» (1957) του Γκριγκόρι Κοζίντσεφ. Γυρισμένη στην Κριμέα, κατάφερε να αναπλάσει την ατμόσφαιρα του βιβλίου και τις απέραντες πεδιάδες της Ισπανίας με χρώματα ξεθωριασμένα που φέρνουν στο νου πίνακες της Αναγέννησης, ενώ ο πρωταγωνιστής του Νικολάι Τσερκάσοφ (ο Ιβάν στη ταινία «Ιβάν ο τρομερός» του Αϊζενστάιν) έδωσε με τον καλύτερο τρόπο τον ιππότη ήρωα.
* Το 1973, στην αμερικανική ταινία «Δον Κιχώτης, ο άνθρωπος απ' τη Μάντσα», ο Αρθουρ Χίλερ αποπειράθηκε να φτιάξει μια βερσιόν της ιστορίας σε μιούζικαλ, βασισμένο στο θεατρικό έργο, με τους Πίτερ Ο' Τουλ (Κιχώτης), Τζέιμς Κόκο (Σάντσο Πάντζα) και Σοφία Λόρεν (Δουλσινέα), που δυστυχώς δεν μπορούσαν ούτε να τραγουδήσουν ούτε να χορέψουν.
* Η «κατάρα» που ξεκίνησε με την απραγματοποίητη βερσιόν του Αϊζενστάιν χτύπησε και τη βερσιόν του Ορσον Γουέλς (ο σκηνοθέτης πέθανε πριν προλάβει να την τελειώσει). Ο Γουέλς άρχισε τα γυρίσματα το 1957 για να τα συνεχίσει, με διακοπές, στα επόμενα 15 χρόνια, χρησιμοποιώντας στο ρόλο του Δον Κιχώτη τον Ισπανό Φρανσίσκο Ριγκουέρα (που πέθανε πριν ο Γουέλς ολοκληρώσει τα γυρίσματα της ταινίας) και στο ρόλο του Πάντζα τον τακτικό του συνεργάτη, Ακίμ Ταμίροφ.
Ο Γουέλς μετέφερε τον Δον Κιχώτη και τον πιστό βοηθό του Σάντσο Πάντζα από την Ανδαλουσία του 16ου αιώνα στην Ισπανία της δεκαετίας του 1970 - την ταινία τη γύρισε χωρίς ήχο και σχεδίαζε να ντουμπλάρει ο ίδιος όλες τις φωνές! Ευτυχώς, στη δεκαετία του '90, βρέθηκαν οι σκηνές που είχαν γυριστεί, ολοκλήρωσαν το σάουντρακ με βάση τις σημειώσεις του Γουέλς και το 1992 έφτιαξαν τον «Δον Κιχώτη του Ορσον Γουέλς» όσο μπορούσαν πιο κοντά στη σύλληψη του δημιουργού του. Από την σχεδόν ολοκληρωμένη βερσιόν λείπει δυστυχώς μια μεγάλη σκηνή που ανήκει σε ιδιώτη συλλέκτη που αρνήθηκε να την παραχωρήσει. Πρόκειται για την σκηνή όπου ο Δον Κιχώτης μπαίνει σε μια αίθουσα κινηματογράφου όπου, οργισμένος με μια ωμή σκηνή μάχης που προβάλλεται, ορμά και τρυπά την οθόνη με τη λόγχη του.
*Η «κατάρα» των προσπαθειών για κινηματογράφηση του «Δον Κιχώτη», χτύπησε και το 2000. Ο Τέρι Γκίλιαμ, των Μόντι Πάιθον, άρχισε να γυρίζει στην Ισπανία το «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Δον Κιχώτη», με τον Γάλλο Ζαν Ροσφόρ. Γυρίσματα που κράτησαν έξι μόνο μέρες πριν οι παραγωγοί διακόψουν μια παραγωγή που θα τους κόστιζε 32 εκατομμύρια δολάρια, εξαιτίας διάφορων ατυχημάτων (καταστροφή των μηχανημάτων από σφοδρή καταιγίδα, αρρώστια του πρωταγωνιστή, κ.ά.). Περιπέτεια που κατέγραψαν στο ιδιαίτερα συναρπαστικό ντοκιμαντέρ τους «Χαμένος στη Λα Μάντσα» οι Αμερικανοί Κιθ Γούλτον και Λούις Πέπε.
(από το ΒΗΜΑ-έκθεση αφίσας για Δον Κιχώτη)
Εχουν γραφτεί τόσα για την προσωπικότητα του Δον Κιχώτη, που πολλοί από εμάς δεν είμαστε μερικές φορές σε θέση να πούμε με σιγουριά αν επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο ή για ένα ευφυές αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Στο πλαίσιο του εορτασμού για τη συμπλήρωση 400 χρόνων από την πρώτη έκδοση του σπουδαίου μυθιστορήματος (1605-2005) και αναζητώντας τα πολλαπλά πρόσωπα του αγαπημένου ήρωα, το Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (MIET) φιλοξενεί από την Πέμπτη 3 Νοεμβρίου ως τις 20/11 την έκθεση «Ο Δον Κιχώτης στο σελιλόιντ και στο χαρτί».
Οι επισκέπτες θα έχουν τη δυνατότητα να θαυμάσουν αφίσες ταινιών που άφησαν ιστορία, όπως εκείνη του Ορσον Γουέλς ή η ρωσική εκδοχή του Γκριγκόρι Κοζίντσεφ με πρωταγωνιστή τον Νικολάι Τσερκάσοφ, του γερμανού εξπρεσιονιστή Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, το μιούζικαλ του Αρθουρ Χίλερ με τον Πίτερ Ο' Τουλ και τη Σοφία Λόρεν, αλλά και πρόσφατες παραγωγές, όπως του Πίτερ Γέιτς. Παράλληλα το κοινό θα μπορεί να ξεφυλλίσει περισσότερες από 40 εκδόσεις του «Δον Κιχώτη» σε διάφορες γλώσσες, ορισμένες από τις οποίες είναι μάλιστα εικονογραφημένες από μεγάλους ζωγράφους, όπως ο Σαλβαντόρ Νταλί. «Εναν άνθρωπο έχω φθονήσει στη ζωή μου: τον Δον Κιχώτη!» είχε πει κάποτε ο Νταλί, εξηγώντας ότι η διαδικασία εικονογράφησης του συγκεκριμένου έργου υπήρξε μία από τις ωραιότερες καλλιτεχνικές εμπειρίες της ζωής του.
Είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρείς τις αφίσες που θα φιλοξενηθούν στην έκθεση αναζητώντας ομοιότητες και διαφορές στον τρόπο που προσέγγισε ο κάθε καλλιτέχνης τόσο τον Δον Κιχώτη όσο και τον πιστό του ακόλουθο Σάντσο Πάντσα. Θα τους δούμε ετοιμοπόλεμους με ξίφη στα χέρια στη θέα κάποιου ανεμόμυλου που φαίνεται στο βάθος. Να καλπάζουν επάνω στο άλογό του ο ένας και επάνω στο γαϊδουράκι του ο άλλος. Να προηγείται ο Δον Κιχώτης και να έπεται ο Σάντσο Πάντσα, αφήνοντας να υπονοηθεί η διάσταση απόψεών τους. Αλλού θα τους συναντήσουμε σε πιο «ισότιμη» εικονογράφηση καθώς, όπως έχουν αναφέρει πολλοί μελετητές του πολυδιαβασμένου έργου, ο Σάντσο Πάντσα είναι το alter ego του Δον Κιχώτη. Επαναστάτης ή ένας ακόμη ρομαντικός τρελός; Το κοινό έχει την ευκαιρία να επιλέξει ποια πτυχή του ήρωα θα κρατήσει για πάντα στη μνήμη του.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΚΟΖΙΝΤΣΕΦ ΓΚΡΙΓΚΟΡΙ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ
(1905, Κίεβο - 1973, Λένινγκραντ)
Σοβιετικός σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Πετρούπολης. Ήταν θεατρικός και κινηματογραφικός σκηνοθέτης. Στο θέατρο, ήταν μέλος ενός μοντερνιστικού αβαντ-γκαρντ κινήματος, του «Εκκεντρικού», που περιλάμβανε τις θεατρικές μεθόδους του Μέγερχολντ και του Σεργκέι Αϊζενστάιν. Ο Κόζιντσεφ συμμετείχε και στη συγγραφή του «Εκκεντρικού Μανιφέστου», που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1922, και ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη της «Φάμπρικας του Εκκεντρικού Ηθοποιού», που υλοποιούσε κινηματογραφικά έργα, εμποτισμένα από αυτές τις πρωτοποριακές ιδέες.
Το 1924 άρχισε να εργάζεται στα «Βόρειο-Δυτικά» κινηματογραφικά στούντιο, το σημερινό στούντιο της «Λένφιλμ». Οι πρώτες σκηνοθετικές εργασίες των Κόζιντσεφ και Τράουμπεργκ (που δούλεψαν μαζί μέχρι το 1946) στο «βουβό» κινηματογράφο είναι «Οι περιπέτειες της Οκτιάμπρινα» (1924), «Το παλτό» (1926, από την ομώνυμη νουβέλα του Γκόγκολ), «Η ρόδα του διαβόλου» (1926) κ.ά. Οι ταινίες αυτές χαρακτηρίζονται από μία εκκεντρικότητα, από την τάση για αναζήτηση καινούργιων και οξύτερων κινηματογραφικών εκφραστικών μέσων και παράλληλα από μια περιορισμένη απήχηση στο ευρύτερο κοινό εξαιτίας αυτών ακριβώς των φορμαλιστικών πειραματισμών.
Με τις ταινίες πού ακολούθησαν (όπως «Η Νέα Βαβυλώνα» κ.ά.), οι δύο σκηνοθέτες έκαναν στροφή σε θέματα κοινωνικού προσανατολισμού, ενώ με την ταινία «Μόνη», πού ήταν από τις πρώτες ομιλούσες ταινίες του Σοβιετικού κινηματογράφου, στράφηκαν αποφασιστικά στο ρεαλισμό. Σημαντική κατάκτηση του Σοβιετικού κινηματογράφου αποτελεί ή τριλογία τους «Η Νιότη του Μαξίμ» (1935), «Η Επιστροφή του Μαξίμ» (1937) και «Ο Μαξίμ στην Εξουσία» (1939). Στην τριλογία αυτή δημιουργήθηκε πειστικά και με καλλιτεχνικά μέσα η τυπική μορφή του Ρώσου εργάτη - μπολσεβίκου τής επαναστατικής εποχής (τον κύριο ρόλο ενσάρκωσε ο Μπ. Π. Τσιρκόφ). Στις ταινίες αυτές ξετυλίχτηκε όλο το μεγαλείο του πολιτικού καθήκοντος σε συνδυασμό με την ώριμη δεξιοτεχνία των δύο σκηνοθετών. Σκηνοθέτησε μονάχος του μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο βιογραφικές ταινίες (όπως «Πιραγκόφ», 1947 και «Μπελίνσκι» 1953), ενώ ασχολήθηκε και με τη σκηνοθεσία στο θέατρο, ανεβάζοντας στις σκηνές του Λένινγκραντ τις τραγωδίες του Σαίξπηρ «Βασιλιάς Ληρ» (1941), «Οθέλλος» (1943) και «Άμλετ» (1954).
Αξιόλογη εργασία του Κόζιντσεφ θεωρείται ή σωστή μεταφορά των τραγωδιών του Σαίξπηρ στην οθόνη, όπως «Άμλετ» (1964, ταινία που τιμήθηκε με βραβείο Λένιν το 1965), και «Βασιλιάς Ληρ» (1971). Οι ταινίες αυτές μαζί με τον «Δον Κιχώτη» (1957, από το μυθιστόρημα του Θερβάντες, με τον Νικολάι Τσερκάσοφ στον κύριο ρόλο), διακρίνονται για τη βαθιά τους πίστη στις αρχές του ουμανισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης και για τον ασυμβίβαστο αγώνα τους εναντίον κάθε μορφής μισανθρωπισμού. Υπήρξε επίσης και δάσκαλος της κινηματογραφικής και θεατρικής τέχνης (από το 1922 -1926 στο εργαστήρι «Φάμπρικα του Εκκεντρικού Ηθοποιού», από το 1926 -1932 στο Ινστιτούτο Σκηνικής Τέχνης του Λένινγκραντ και από το 1941 στο Κρατικό Πανενωσιακό Ινστιτούτο Κινηματογραφίας). Τιμήθηκε με κρατικά βραβεία της ΕΣΣΔ (το 1941 και το 1948), με δύο παράσημα Λένιν και με το παράσημο της «Οχτωβριανής Επανάστασης», καθώς και με πολλά μετάλλια.
ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ
1924 - Η περιπέτεια της Οκτωβρίνας. (The adventure of Oktobrina)
1924 - Η Κόκκινη εφημερίδα (The Red Newspaper)
1925 - Ο Μίσκα εναντίον τον Ιουντένιτς (Mishka against Oudenits)
1926 - Η Ρόδα του Διαβόλου
1926 - Το Πανωφόρι (Overcoat)
1927 - Ο Αδελφούλης (Little Brother)
1927 - Σ.Β.Ντ (SBD)
1929 - Η Νέα Βαβυλώνα (The New Babylon)
1931 - Μία
1934 - Η νιότη του Μαξίμ
1937 - Η επιστροφή του Μαξίμ
1938 - Από την πλευρά του Βίμπορ
1943 - Ο νεαρός Φριτζ
1946 - Απλοί Άνθρωποι
1947 - Πιράγκοφ
1953 - Μπελίνσκ
1957 - Δον Κιχώτης
1964 - Άμλετ
1971 - Βασιληάς Ληρ
ΝΙΚΟΛΑΪ ΤΣΕΡΚΑΣΩΦ
(1903, Αγ. Πετρούπολη - 1966, Μόσχα)
Ο Nikolai Konstantinovich Cherkasov γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1903, στην Αγία Πετρούπολη, Ρωσία. Ο πατέρας του, Konstantin Aleksandrovich Cherkasov, ήταν υπάλληλος στον Αυτοκρατορικό Σιδηρόδρομο της Ρωσίας και η μητέρα του, Anna Andrianovna, νοικοκυρά. Ζούσαν σε αριστοκρατική περιοχή της Αγίας Πετρούπολης, κοντά στο Mariinsky Theatre of Opera and Ballet. Ο νεαρός Τσερκάσωφ σπούδασε στο Γυμνάσιο της Αγίας Πετρούπολης. Ήταν λάτρης της όπερας και παρακολούθησε πολλές παραστάσεις του διάσημου Feodor Chaliapin Sr., στο Θέατρο Mariinsky. Το 1919 αποφοίτησε κι έκανε αίτηση στην Ιατρική-Χειρουργική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης όπου δεν έγινε αποδεκτός για πολιτικούς λόγους.
Το Μάιο του 1919 προσελήφθη ως μαθητευόμενος στο θίασο του Θεάτρου Mariinsky και έγινε δεκτός στην τάξη του μίμου Α. Klark και μετά από ένα μήνα προσελήφθη ως μίμος. Ήταν ο ψηλότερος ηθοποιός στο θέατρο και σύντομα του δόθηκε η ευκαιρία να αποδείξει το ταλέντο του. Το 1919, στην πρεμιέρα της όπερας «Vrazhia Sila», ο Τσερκάσωφ έπαιξε τον πρώτο μικρό σιωπηλό ρόλο του. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος μετά από τη σύντομη εμφάνισή του στη σκηνή, που συνέχισε να μιμείται και εκτός σκηνής και εμφανίστηκε με κωμικές κινήσεις του και κόλπα στο μπαλκόνι ανάμεσα στο ακροατήριο. Εκείνη τη στιγμή Feodor Chaliapin ο πρεσβύτερος ο ίδιος, εμφανίστηκε στη σκηνή για να τραγουδήσει την κύρια άρια του, αλλά το κοινό γύρισε το κεφάλι τους προς τον Τσερκάσωφ στο μπαλκόνι. Μετά την παράσταση ο Chaliapin, ο οποίος ήταν και το αφεντικό του Θεάτρου Mariinsky, του ζήτησε να δείξει όλα του τα κόλπα του στον ίδιο και τους διαχειριστές του θεάτρου. Ο Τσερκάσωφ ήταν σχεδόν φοβισμένος, αλλά ξαναέκανε την παντομίμα του τόσο καλά που τον συγχώρεσαν.
Από το 1923-1927 σπούδασε στο Λένινγκραντ (Αγία Πετρούπολη) στο Ινστιτούτο Θεάτρου και Κινηματογράφου. Το 1925 δημιούργησε την εκπομπή που ονομάζεται «'Charley Chaplin, Pat and Patachone» με τους κωμικούς Boris Chirkov και Pyotr Berezov. Η κωμωδία του έγινε εξαιρετικά δημοφιλής και ο Τσερκάσωφ προσελήφθη από το Θέατρο για νέους στο Λένινγκραντ. Το 1929 προσκλήθηκε να εργαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Λένινγκραντ. Τον επόμενο χρόνο προσκλήθηκε στο Music Hall της Μόσχας, αλλά σύντομα επέστρεψε στη γενέτειρά του Αγία Πετρούπολη και μπήκε στο θίασο του Leningrad Comedy Theatre. Ο Τσερκάσωφ καταλάγιασε μετά από πέντε χρόνια περιοδίες σε πόλεις και κωμοπόλεις της Σοβιετικής Ένωσης. Το 1929 ο Τσερκάσωφ παντρεύτηκε μια νεαρή ηθοποιό, τη Nina Nikolaevna Veitbrekht, και απέκτησαν μια κόρη το 1931.
Ο Τσερκάσωφ έκανε το ντεμπούτο του με την ταινία του βωβού κινηματογράφου «Ένας Ποιητής κι ένας Τσάρος» το 1927. Μετά από αρκετές πιο ομιλούσες ταινίες έπαιξε στην πρώτη σοβιετική ταινία με ήχο «Vstrechniy» (1932) και σύντομα έκανε μια αστρική σταδιοδρομία ταινιών. Η φήμη του εκτοξεύτηκε μετά από το ρόλο του καθηγητή Paganel στην «Οικογένεια του Λοχαγού Γραντ» (1938). Ο ρόλος του καθηγητή Polezhaev σε «Baltic Deputy» (1937) και η απόδοσή ως Πρίγκιπα Αλεξέι, γιου του Πέτρου του Μέγα στην «Οι κατακτήσεις του Πέτρου του Μέγα» (1937 και 1938) τράβηξε την προσοχή του Ιωσήφ Στάλιν. Το 1941 ο Τσερκάσωφ έλαβε το βραβείο για την ταινία «'Alexander Nevsky». Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο γιος του.
Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έχασε την κόρη του, από την πείνα στο Λένινγκραντ κάτω από τη ναζιστική πολιορκία.
Το 1958 ξεκίνησε το "ξεπάγωμα" στη σοβιετική πολιτιστική και πολιτική ζωή. Εκείνη την εποχή Cherkasov συνεργάστηκε με τον Grigori Kozintsev στην ταινία «Δον Κιχώτης» (1957).
Είχε επίσης μια εκπληκτική σταδιοδρομία ως ηθοποιός θεάτρου. Από το 1933 έως το1964 ήταν ο πρωταγωνιστής του Pushkin Drama Theatre του Λένινγκραντ (Αγία Πετρούπολη). Έπαιξε με τους Yekaterina Korchagina-Aleksandrovskaya, Illarion Pevtsov, Yuri Yuryev,Boris Babochkin, Nikolai Simonov, Vasili Merkuryev, Konstantin Skorobogatov, Konstantin Adashevsky, Yuri Tolubeyev, Aleksandr Borisov, και άλλους αξιόλογους ηθοποιούς. Η καριέρα του Τσερκάσωφ έληξε επειδή παραιτήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας μετά την απόλυση της συζύγου του από το Pushkin Drama Theatre από τις σοβιετικές αρχές. Αυτό έγινε το τελικό χτύπημα για την υγεία και την καριέρα του.
Εκτός από την καριέρα του, ο Τσερκάσωφ ήταν γνωστός ως ένθερμος υποστηρικτής των συνταξιούχων και των αναπήρων ηθοποιών και συγγραφέων. Δώρισε προσωπικά σημαντικά χρηματικά ποσά σε πολλούς λιγότερο τυχερούς ηθοποιούς και κινηματογραφιστές που υπέφεραν.
Ο Nikolai Cherkasov βραβεύθηκε με το βραβείο Λένιν και 5 φορές με το βραβείο Στάλιν. Παρασημοφορήθηκε με το Τάγμα Λένιν και έλαβε πολλά άλλα βραβεία και παράσημα. Είχε οριστεί Καλλιτέχνης του Λαού της ΕΣΣΔ (1947). Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στις 14 Σεπτεμβρίου 1966, στο Λένινγκραντ. Στη νεκρώσιμη ακολουθία του παρέστησαν χιλιάδες θαυμαστές του. Το 1975, στήθηκε μνημείο του Nikolai Cherkasov στη Νεκρόπολη των Διδασκάλων των Τεχνών στο Νεκροταφείο Tikhvinskoe της Μονής Αγ. Aleksandr Nevsky στην Αγία Πετρούπολη, που καλλιτεχνήθηκε από το γλύπτη Mikhail Anikushin.
ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

